Αυτοβιογραφικές πινελιές ή κατάθεση ψυχής ενός μουσουργού

[O ποιητής με τη ματιά του συνθέτη]

Μολονότι είθισται η αυτοβιογραφία να παρουσιάζεται με στεγνά χωροχρονικά στοιχεία του αυτοβιογραφούντος και παρότι το αυτό έπραξα κι εγώ μέχρι τούδε, σήμερα αποφάσισα να αυτοπαρουσιαστώ με ένα άλλο – μη συμβατικό – τρόπο, να κάνω μια βουτιά προς τα πίσω, μια ενδοσκόπηση του παρελθόντος βίου μου, σαν ξένος παρατηρητής (όσο αυτό είναι ανθρωπίνος εφικτό, βέβαια) και τούτο αφενός μεν για να μπορέσει ο αναγνώστης να κατανοήσει ευχερέστερα τα καλλιτεχνικά μου πονήματα, αφετέρου δε μήπως κατορθώσω και προβληματίσω τον έναν ή τον άλλο ανήσυχο – πνευματικά – νέο χωρίς να έχω τη πρόθεση να συνταγολογήσω.

Αντίκρυσα το πρώτο φως και άρχισα να ανιχνεύω το κόσμο σε μια εσχατιά της Ελλάδας, σε μια κωμόπολη του βόρειου Έβρου, το Διδυμότοιχο, στις 4 Μαρτίου του 1954 και σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από τη Τουρκία.  Η ύπαρξή μου σφραγίστηκε και καταχωρήθηκε από το Βασίλειο Σίμογλου (από 5 γενεών εντόπιο) και τη Χρυσή Παπαγεωργίου, της οποίας και οι 2 γονείς ήσαν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.  Και οι δύο γονείς μου, ήσαν άνθρωποι του δημοτικού και δεν είχαν ιδιαίτερες γνώσεις, αλλά ούτε και ροπές για τη μουσική, το χορό και το τραγούδι.  Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό κατάστημα γεωργικών εργαλείων και η μητέρα μου ήταν νοικοκυρά.  Μεγάλωσα όμως σε ένα περιβάλλον υγειές και ισορροπημένης οικογενειακής θαλπωρής και στοργής.

Ένα Κυριακάτικο πρωινό και ενώ ήμουν εννέα χρονών ξύπνησα από τους ήχους μιας παιανίζουσας στρατιωτικής φαμφάρας που πήγαινε προς τη κεντρική πλατεία για την έπαρση της σημαίας.   Έτρεξα αμέσως προς την εξώπορτα και κόλησα το πρόσωπό μου στο τζάμι.  Αυτή η στιγμή χάραξε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μου.  Ένιωσα μια ευτυχισμένη απορύθμιση, μια εσωτερική αγαλίαση και πληρότητα στο άκουσμα των λαμπερών ήχων των πνευστών και αυτά τα ακούσματα με συνόδευσαν για πολλές μέρες ακόμα.  Ήταν σαν να επαναλάμβανα μέσα μου: Τί ωραία που είναι η ζωή με αυτούς τους οργανωμένους ήχους?  Γιατί να μην μπορώ να τους παράγω κι εγώ?

Τον επόμενο χρόνο, το 1964 κι ενώ παρακολουθούσα το μάθημα της ιστορίας στο δεύτερο δημοτικό σχολείο, χτύπησα ξαφνικά η πόρτα και μπήκε στην αίθουσα ένα γκριζομάλης, υψηλός και ευθυτενής κύριος με μάλλον σοβαρό ύφος.  Με την άδεια του δασκάλου μας, μας μίλησε για τα σχέδια της δημιουργίας να επανιδρύσει τη φιλαρμονική της, στελεχώνοντάς την, με μαθητές ηλικίας 10 έως 13 ετών και μας ρώτησε ποιοί ενδιαφερόταν.  Νομίζω ο πρώτος που σήκωσε το χέρι του ήμουν εγώ.  Έτσι ξεκίνησα μαθήματα μουσικής μαζί με άλλα 44 παιδιά και όταν τελείωσαν τα θεωρητικά, μου ανατέθηκε ο ρόλος της πρώτης τρομπέτας.  Έμεινα στη φιλαρμονική του δήμου ως το καλοκαίρι του 1970.  Ο αρχιμουσικός, ο αείμνηστος Χρήστος Μανταλλίδης, δεν είχε ιδιαίτερα ευρεία μουσική παιδεία αλλά ότι κατείχε το κατείχε 100% και από αυτό μετέδιδε το 90%.  Ο μαέστρος μας, διακρίνοντας την ιδιαίτερη μουσική ροπή εμού και 2 ακόμα συμμαθητών μου, προσπαθούσε να μας μυήσει και στην κλασσική μουσική.  Μας καλούσε τις Κυριακές μετά την εκκλησία και μας έβαζε να ακούσουμε κλασσικούς δίσκους 33 στροφών με έργα από Μπετόβεν μέχρι και Βέρντι.  Τα πρώτα τραγούδια που υιοθέτησα και τα έκανα φύλο και φτέρο ήταν τα: “Μυρτία” & “Στο περιγιάλι” του Μίκη Θεοδωράκη καθώς και το «Πέλαγο είναι βαθύ» και «Μια Παναγιά» του Μ.Χατζηδάκη.  Εν τω μεταξύ είχα ήδη ολοκληρώσει – σε ηλικία 13 ετών – δύο συνθέσεις!  Μια τραγουδιστική και μια επικολυρική.

Το 1969 σε μια συναυλία στο Διδυμότοιχο, της δημοτικής ορχήστρας Βορείου Ελλάδος γνώρισα τον κύριο Ξενάριο, καθηγητή βαθυχόρδου στο κρατικό ωδείο Βορείου Ελλάδος και υποσχέθηκε να με βοηθήσει να εγγραφώ στο ωδείο, αν θα κατέβαινα στη Θες/νίκη.  Καταρχήν ο πατέρας μου ούτε που ήθελε να ακούσει για μετοίκισή μου στη Θες/νίκη (κυρίως λόγω του νεαρού της ηλικίας μου).  Μετά από πολλές προστριβές και οικογενειακές έριδες και αφού πήρε τη συγκατάθεση του μαέστρου μου και ενός θείου μου φυσικομαθηματικού συναίνεσε να πάω στο ωδείο.  Έτσι το φθινόπωρο του 1970 γράφτηκα στο κρατικό ωδείο όπου παρακολούθησα  μαθήματα πιάνου και ανώτερων θεωρητικών έως το 1974, οπότε και έφυγα στο Μιλάνο όπου και σπούδασα Ιατρική.  Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εάν σε αυτό το σημείο δεν ανέφερα το όνομα του αείμνηστου Γρηγορίου Δαμιανού, καθηγητή μου στα ανώτερα θεωρητικά και θα του χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη.  Όλα τα χρόνια της παραμονής μου στην Ιταλία εώς το 1981 δεν ασχολήθηκα συστηματικά με τη σύνθεση και αυτό ήταν ένα μαρτύριο για μένα.

Αν ενέδιδα στη σύνθεση – όσο το είχα ανάγκη – δεν θα έπαιρνα ποτέ το πτυχίο της Ιατρικής.  Όμως έκανα σκίτσα πολλών μελωδιών και μουσικών θεμάτων.  Στο Μιλάνο έγραψα και τη διδακτορική μου διατριβή.

Τον Ιανουάριο του 1982 ανέβηκα στη Γερμανία, στη Στουτγκάρδη για να κάνω την ειδικότητά μου στη παθολογία αλλά και για να διευρύνω τους μουσικούς μου ορίζοντες.  Το 1983 έγραψα εκεί την «Ιθάκη» του Κ.Π.Καβάφη και ακολούθησαν και άλλες μελλοποιήσεις καβαφικής ποίησης, φτάνοντας σήμερα τον αριθμό 36.  Παράλληλα ασχολήθηκα και με τη σύνθεση συμφωνικής μουσική, έχοντας ολοκληρώσει μέχρι σήμερα 3  συμφωνίες και 2 σουίτες ενώ έχω συνθέσει και περίπου 130 τραγούδια χωρίς λόγια.  Σήμερα σε σκίτσα μου έχω το υλικό για 3 κονσέρτα (για βιολί, για βιολοντσέλο και για πιάνο για ορχήστρα).  Στα μελλοντικά μου σχέδια είναι επίσης να γράψω τουλάχιστον μία όπερα, όταν θα συναντήσω το κατάλληλο Libretto.

Ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζω αν έπραξα σωστά ακολουθώντας μια διττή πορεία (ιατρού και συνθέτη), μολονότι και η ιατρική ώντας ανθρωποκεντρική με εμπνέει.  Άλλωστε τους ίδιους προβληματισμούς δεν βίωνε και ο θείος...μου Κ.Π.Καβάφης?  Ικανοποιημένος μεν που κάλυπτε τις βιοποριστικές του ανάγκες ως υπάλληλος της υπηρεσίας αρδεύσεων επί τριακονταετία, αγανακτισμένος δε που δεν ακολούθησε την ευθεία γραμμή προς τη τέχνη.

Εκείνο που θέλω να ψυθυρίσω στο αυτί του κάθε νέου – εκκολαπτόμενου – δημιουργού είναι ότι με δεδομένη την πλήρη ψυχοσωματοκοινωνική ευεξία και την απόλυτη ατομική ελευθερία, το υπέρτατο αγαθό στη ζωή είναι η χαρά της δημιουργίας (της αληθινής, που να μιλάει απευθείας στο νου και στη ψυχή του ανθρώπου) και η ικανοποίηση του να προσπαθείς να βοηθήσεις άλλους ανθρώπους προς την ολοκλήρωσή τους.  Όμως, μολονότι και η τέχνη (τέχνη για τη τέχνη) δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη, θέλω να πιστεύω πως η ουμανιστική (ανθρωποκεντρική) τέχνη θα πρέπει να είναι η κύρια επιδίωξή του.

Τώρα, για το αν ο καλλιτέχνης-δημιουργός γεννιέται ή γίνεται, ούτε κι αυτό το γνωρίζω καλά, αλλά ούτε και με απασχολεί.  Εκείνο, νομίζω, που μετράει πιο πολύ είναι το μέγεθος της έλξης του δημιουργού από τη διαδικασία της δημιουργίας.  Έτσι μόνο απογειώνεται ο δημιουργός από τη καθημερινή πραγματικότητα και με όπλα τις αισθήσεις του, το πνεύμα και τη φαντασία του, ρίχνεται στο μυστήριο της ζωής και προσπαθεί να ανιχνεύσει τις μεγάλες αλήθειες.

Πάντως, ο εκκολαπτόμενος μουσουργός οφείλει ακόμα να γνωρίζει ότι πέρα από την έλξη για δημιουργία, απαιτείται και πολύς μόχθος και επιμέλεια προπάντων στη μουσική (την επιστημονικωτέρα των τεχνών).

Τελειώντας θέλω να πω ότι σήμερα – μετά από πολλούς μόχθους και θυσιάζοντας ακόμα και σημαντικό μέρος φυσιολογικού ύπνου – αισθάνομαι αρκετά πλήρης .  «Με την επιστήμη μου αγγίζω τη καθημερινή πραγματικότητα και με τη τέχνη αγγίζω τους πόθους, τα όνειρα και τα οράματα της ανθρώπινης φύσης».

 

Αθανάσιος Σίμογλου

 

 

 

O ποιητής με τη ματιά του συνθέτη

[Αυτοβιογραφικές πινελιές ή κατάθεση ψυχής ενός μουσουργού]

Ως συνθέτης νιώθω υπερηφάνεια αλλά συνάμα δέος και μεγάλο αίσθημα ευθύνης υπηρετώντας τον Κ. Π. Καβάφη.

Η πρώτη γνωριμία μου με τον ποιητή έγινε στα γυμνασιακά μου χρόνια και από τότε η επικοινωνία μας συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα. Το πρώτο συνθετικό μου πόνημα ήταν στα 1983, στη Στουτγάρδη, όταν μελοποίησα την «Ιθάκη» και ακολούθησαν σύντομα τα: «Πόλις», «Θερμοπύλες», «για νάρθουν» και το «όσο μπορείς». Από τότε και μέχρι σήμερα έχω μελοποιήσει 36 συνολικά ποιήματα του Κ.Π.Καβάφη.

Δηλώνω λάτρης του ποιητή και κύρια επιδίωξη μου είναι να τον κάνω πιο γνωστό στο πλατύ κοινό. Για να επιτευχθεί αυτό, θα έπρεπε οι μελλοποιήσεις να είναι προσιτές στους πολλούς και να μπορούν να μπουν στα χείλη των ανθρώπων και να τραγουδηθούν. Επειδή δε κατά καιρούς ελέχθη από πολλούς ειδικούς, οτι ο Καβάφης δεν μελοποιείται - λόγου της ανορθοδοξίας του στίχου του, με αυτό μου το C.D. θέλω ν´αποδείξω το αντίθετο.

Όσες φορές προσπάθησα να δώσω το στίγμα του ποιητή, μου στάθηκε αδύνατο, όσα επίθετα κι αν χρησιμοποίησα. Ο μόνος χαρακτηρισμός που με καλύπτει αρκούντως είναι: «ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ – ΚΑΒΑΦΗΣ».  Πρόκειται αναμφίβολα για έναν ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας που μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι: Οικουμενικός (πανανθρώπινος), αειθαλής(διαχρονικός, άρα πάντα επίκαιρος), ανθρωποκεντρικός και γήινος (το μεταφυσικό δεν τον ενδιαφέρει), βαθιά φιλοσοφικός (φιλόσοφος-ποιητής με ιστορική ματιά), αντιρητορικός, αντιδογματικός, πολυπρισματικός και κατ`αρχήν αινιγματικός. Ο συμβολισμός του αποτελεί μέρος της αισθητικής του, των παράλληλων επιπέδων (νοημάτων). Ο ποιητής εκθέτει τους προβληματισμούς του κρυμένους ανάμεσα στην ιστορία και τις περιστάσεις της εποχής του και σε καλεί να ανακαλύψεις μόνος σου την αλήθεια.  δηλαδή η ποίησή του σε καλεί να την ερευνήσεις και να γίνεις κοινωνός των προβληματισμών του. Με άλλα  λόγια πρόκειται για μια μέθοδο ανάλογη της «μαιευτικής» του Σωκράτη. Ο Κ.Π.Καβάφης υπήρξε ανατρεπτικός στη δομή του στίχου και στη γλώσσα και θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, αφού από αυτόν επηρεάστηκαν πολλοί μεγάλοι λογοτέχνες και ποιητές των μεταγενέστερων γεννεών, όπως: Ξενόπουλος, Καζαντζάκης, Ρίτσος και οι δύο νομπελίστες Σεφέρης και Ελύτης.

ΤΟ ΚΑΒΑΦΙΚΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ  θα έλεγα ότι είναι ένας περίτεχνος αρχαϊκός ναός που στηρίζεται πάνω σε τέσσερεις πυλώνες. εμπροστά οι πυλώνες του επικούρειου ανθρώπου (της ηδονής) και εκείνος του πλατωνικού ανθρώπου (των ιδεών). όπισθεν ο πυλώνας του ανθρώπου της αξιοπρέπειας και του μέτρου και εκείνος του έλληνα της Αλεξάνδρειας του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.  Το προαύλιο του ναού είναι ο ελληνορωμαϊκος κόσμος και πίσω από το ναό βρίσκεται το εγγύς μέλλον. Μέσα σε αυτό το ναό κατασκηνεί η καβαφική ποίηση που εκλύει μια απερίγραπτη μαγεία, την ΚΑΒΑΦΙΚΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ. Θα έλεγα μια ατμόσφαιρα γλυκόπικρη ως προϊόν όσμωσης δύο κόσμων: Του αρχαίου ελληνικού (της διαύγειας και της απλότητας) από τη μια και του αγγλοσαξωνικού σκεπτικισμού              (φλέγματος) από την άλλη.

Όποιος επισκεφθεί αυτό το ναό, ποτέ πια δεν θα τον εγκαταλείψει. Τούτο δε οφείλεται στην πολυπρισματικότητα της καβαφικής ποίησης. Κάθε φορά που διαβάζει κανείς ένα ήδη γνωστό ποίημα πάντα κάτι καινούργιο ανακαλύπτει. Επίσης το μεγαλείο του Κ.Π. Καβάφη έγκειται και στο ότι μιλάει απευθείας στο νου και την ψυχή μας ανεπιτήδευτα, αληθινά, με ειλικρίνεια. Ο υποκειμενισμός του ποιητή εκφράζει την δραματική αντίθεση ανάμεσα στην ερωτική του ανορθοδοξία και τις απαγορεύσεις της κοινωνίας που τον περιέβαλε. Για τον Καβάφη, η έμπνευση ισοδυναμούσε με μια οξύτατη συνείδηση του πραγματικού.  Κι όμως μας οδηγεί στο γεμάτο και ολοκληρωμένο ποίημα. Στο έργο τέχνης : Στιλπνό, αυτόνομο και αγέραστο.  Αυτό είναι το χάρισμα των μεγάλων της τέχνης.

                                                                       Ο  συνθέτης

                                                              Αθανάσιος   Σίμογλου